myflex.gr

Κλινική διατροφή

Κλινική

διατροφή

Η σχέση μεταξύ του ανθρώπου και της τροφής είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και βρίσκεται υπό συνεχή παρακολούθηση και μελέτη από την αρχαιότητα.

Οι άνθρωποι έχουν μάθει με το πέρασμα των αιώνων ότι η διατροφή κατέχει σημαντικό ρόλο στη ζωή και μπορεί να επηρεάσει την υγεία και την μακροζωία, θετικά ή αρνητικά. Είναι πλέον γνωστό ότι η κακή διατροφή αποτελεί καθοριστικό παράγοντα εμφάνισης χρόνιων και οξέων ιατρικών καταστάσεων και παθήσεων, όπως ο διαβήτης, οι καρδιαγγειακές παθήσεις και ο καρκίνος. Αντιθέτως, η προσεγμένη επιλογή των τροφών αποδεδειγμένα βελτιώνει την ποιότητα ζωής, μέσω της αποτροπής ασθενειών, μειώνει τη νοσηρότητα, την ανάγκη νοσηλείας και τη διάρκειά της, καθώς και τη θνησιμότητα.

Βέβαια, η καλή ή κακή επιλογή φαγητού για μία μέρα επιδρά στην υγεία ελάχιστα, αλλά οι διατροφικές συνήθειες που ακολουθούνται για χρόνια ή δεκαετίες δύνανται είτε να ανταμείψουν είτε να απογοητεύσουν.

Στον γενικό αυτόν κανόνα υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Ενώ κάποιοι άνθρωποι είναι πιο ευάλωτοι και πιο “ασθενικοί” και η διατροφή τους είναι υποχρεωτικά πιο αυστηρή, κάποιοι άλλοι δεν επηρεάζονται τόσο από τις διατροφικές επιλογές τους.

Το ποσοστό, ωστόσο, αυτών των “ανθεκτικών” οργανισμών είναι μικρό. Στην πλειονότητα των ανθρώπων η διατροφή καθορίζει, σε σημαντικό βαθμό, την πορεία της υγείας τους.

Ωστόσο, οι διατροφικές επιλογές δεν γίνονται πάντοτε με γνώμονα τη θρέψη του οργανισμού, αλλά και την ευχαρίστηση.

Επωφελής θεωρείται μια διατροφή με την οποία παρέχονται στον οργανισμό οι σωστές αναλογίες μακροθρεπτικών και μικροθρεπτικών συστατικών και επαρκής ενυδάτωση για την κάλυψη των αναγκών του, από τις κατάλληλες πηγές. Τα μακροθρεπτικά συστατικά (υδατάνθρακες, πρωτεΐνες και λίπη) δίνουν την απαραίτητη ενέργεια για τις κυτταρικές διεργασίες που απαιτούνται για την καθημερινή λειτουργία. Τα μικροθρεπτικά συστατικά (βιταμίνες και μέταλλα) είναι αναγκαία για τη ανάπτυξη, τον μεταβολισμό και τη φυσιολογική λειτουργία.

Υγιεινή διατροφή

Οι υγιεινές δίαιτες, που προκύπτουν είτε από παράδοση (μεσογειακή διατροφή) είτε από σχεδιασμό, περιέχουν υψηλότερες ποσότητες σε τροφές φυτικής προέλευσης, και χαμηλότερες σε προϊόντα ζωικής προέλευσης, ιδίως σε λιπαρά και επεξεργασμένα κρέατα. Αυτά τα διατροφικά πρότυπα μειώνουν τους κινδύνους εμφάνισης μη αναστρέψιμων νοσημάτων.

Η επιστήμη της Κλινικής Διαιτολογίας εστιάζει στη σίτιση, τον υποσιτισμό, τον μεταβολισμό και τις επιπτώσεις τους στην υγεία και την ασθένεια. Αλλά υπάρχει μία στην οποία εγκύπτει με ιδιαίτερη προσοχή: την κακή θρέψη, δηλαδή την έλλειψη ή την περίσσεια ενέργειας και θρεπτικών συστατικών, οι οποίες επιφέρουν δυσμενείς φυσικές και κλινικές επιπτώσεις.

Ο υποσιτισμός μπορεί να προκαλέσει ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων:

  • διατάραξη της εμβρυϊκής και βρεφικής ανάπτυξης,
  • μειωμένη ανοσολογική απόκριση, η οποία καθιστά τον οργανισμό ευάλωτο σε λοιμώξεις και ασθένειες,
  • μειωμένη μυϊκή δύναμη και κόπωση, που οδηγεί σε πτώσεις και σε μειωμένη ικανότητα για δραστηριότητα και αυτοεξυπηρέτηση,
  • μειωμένη δύναμη των αναπνευστικών μυών,
  • αδράνεια (με τις πολύ σοβαρές επιπτώσεις για την ίδια τη ζωή)
  • μειωμένη θερμορύθμιση,
  • καθυστέρηση επούλωσης τραυμάτων, και
  • μειωμένη ψυχοκοινωνική λειτουργία.

Όλες αυτές οι επιπτώσεις εξηγούν τον λόγο που όσοι υποσιτίζονται είναι πιθανό να αναζητούν τη συμβουλή ιατρών διαφόρων ειδικοτήτων προκειμένου να θεραπευτούν, αφού είναι πιθανό να παρουσιάζουν διάφορες ελλείψεις θρεπτικών συστατικών που επηρεάζουν πολλαπλά συστήματα του οργανισμού.

Η ελλιπής πρόσληψη θρεπτικών συστατικών, ωστόσο, μπορεί να μην είναι συνέπεια κακής διατροφής, αλλά αδυναμίας απορρόφησης τους, εξαιτίας κάποιας πάθησης (π.χ. νόσο του Crohn). Σε αυτές τις περιπτώσεις η διατροφή υποχρεωτικά διαφοροποιείται τόσο από αυτήν των υγιών ανθρώπων, όσο και στον ίδιον τον ασθενή ανά περιόδους, ανάλογα από την ένταση των συμπτωμάτων που παρουσιάζει. Υπάρχουν δε πρόσκαιρα γαστρεντερικά προβλήματα και χρόνιες νόσοι που ευθύνονται για μεμονωμένες ελλείψεις θρεπτικών συστατικών και που απαιτούν ειδική διατροφή για την εξισορρόπησή τους.

Από την άλλη πλευρά, η υπερεπάρκεια ορισμένων θρεπτικών συστατικών, τόσο μακροθρεπτικών όσο και μικροθρεπτικών, επίσης έχει αρνητικές συνέπειες για την υγεία. Οι υπερβολικές δόσεις βιταμινών (μικροθρεπτικά συστατικά) μπορούν να προκαλέσουν οφθαλμολογικές και γαστρεντερικές διαταραχές, δερματολογικά και νευρολογικά προβλήματα, γενετικές ανωμαλίες, βλάβες στους νεφρούς και το ήπαρ, μυική αδυναμία, προβλήματα στο αναπαραγωγικό σύστημα, αφυδάτωση, κ.ά.

Εξίσου επιζήμια είναι η υπερκατανάλωση μακροθρεπτικών συστατικών. Η πρόσληψη πρωτεϊνών από ζωικές πηγές με υψηλή περιεκτικότητα σε λίπη, σε ποσότητες μεγαλύτερες από τις ανάγκες του οργανισμού μπορεί να οδηγήσει, μεταξύ άλλων, σε γαστρεντερικές και νεφρολογικές διαταραχές, σε αφυδάτωση, και σε προβλήματα με τα οστά. Ενοχοποιείται, επίσης, για διάφορες μορφές καρκίνου. Τα τρανς και κορεσμένα λιπαρά γίνονται αιτία υπερχοληστεριναιμίας και υπερτριγλυκεριδαιμίας, καταστάσεις μπορούν να οδηγήσουν σε έμφραγμα και σε θάνατο.

Αυτά τα μη μεταδοτικά νοσήματα (καρδιαγγειακές παθήσεις, καρκίνος, παχυσαρκία, κ.ά) συγκαταλέγονται μεταξύ των κύριων αιτιών θανάτου και αναπηρίας σε ολόκληρο τον κόσμο και γι’ αυτό ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνιστά την εξισορρόπηση της ενεργειακής πρόσληψης, τον περιορισμό των κορεσμένων και των τρανς λιπαρών, και τη στροφή προς την κατανάλωση ακόρεστων λιπαρών, την αύξηση της πρόσληψης φρούτων και λαχανικών και τον περιορισμό της πρόσληψης ζάχαρης και αλατιού, για τη μείωση τους.

Αξιοσημείωτο είναι ότι οι διατροφικές ανάγκες ποικίλουν από άνθρωπο σε άνθρωπο, αναλόγως της ηλικίας, της φυσικής κατάστασης και της υγείας. Για παράδειγμα, οι πρωτεϊνικές ανάγκες διαφέρουν στους υγιείς και δραστήριους ενήλικες, οι οποίοι δεν έχουν ανάγκη να αλλάξουν τη σύσταση του σώματός τους και στους κλινήρεις, ή στα υγιή παιδιά που χρειάζονται περισσότερη ενέργεια και έχουν αυξημένη ανάγκη θρεπτικών συστατικών, αφού βρίσκονται στη φάση της ανάπτυξης.

Η Κλινική Διαιτολογία ασχολείται, επιπλέον, με την αλληλεπίδραση των θρεπτικών συστατικών και την εύρεση λύσεων για την αρμονική ισορροπία τους στον οργανισμό. Η αλληλεπίδραση αυτή, που σε άλλες περιπτώσεις αφορά στην ενίσχυση της απορρόφησης ενός συστατικού από κάποιο άλλο (γλυκόζη/νάτριο, ασβέστιο/βιταμίνη D) και σε άλλες στην παρεμπόδισή της (σίδηρος/ασβέστιο), μπορεί να συμβεί στη φάση της απορρόφησης, του μεταβολισμού ή της αποβολής τους.
Είναι αναγκαία, λοιπόν, η κατανάλωση όλων των θρεπτικών συστατικών σε κατάλληλες ποσότητες και αναλογίες για την αποφυγή όσο και για την αντιμετώπιση διαφόρων νόσων.
Οι κλινικοί διατροφολόγοι του Myflex, με τις επιπρόσθετες σπουδές και γνώσεις στην αντιμετώπιση ενός ευρέως φάσματος ασθενειών που σχετίζονται με τη διατροφή, παρέχουν υποστήριξη στους ασθενείς, αλλά και σε όσους επιδιώκουν να διατηρήσουν την καλή υγεία τους, πάντοτε με γνώμονα τις πιο σύγχρονες και ορθές πρακτικές, που βασίζονται στα τελευταία επιστημονικά δεδομένα.